Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Το ψηλότερο εστιατόριο του κόσμου



Εάν θέλετε να απολαύσετε μια διαφορετική γευστική εμπειρία αρκεί μια εβδομάδα αναρρίχησης στα Ιμαλάια.

Στα 5,585 μ., στο βουνό Ίμγια Τσε, το «Triyagyoni» είναι το ψηλότερο εστιατόριο στον κόσμο και το μόνο σίγουρο είναι ότι μπορείτε εκτός από το φαγητό να απολαύσετε και ασύγκριτη θέα.

Το όνομα του εστιατορίου σημαίνει «οργανική φύση» και στόχος του είναι η ευαισθητοποίηση για τη βιωσιμότητα των φυσικών πόρων των Ιμαλαΐων.

Το εστιατόριο είναι ουσιαστικά μια σκηνή με ξύλινα έπιπλα, ικανή να ανταπεξέρχεται στις δύσκολες καιρικές συνθήκες που επικρατούν. Το εστιατόριο διαθέτει ένα γεύμα οκτώ πιάτων που περιλαμβάνουν κυρίως ψάρια, κοτόπουλο αλλά και επιδόρπιο.

Για να φτάσει κανείς στο ψηλότερο εστιατόριο του κόσμου μπορεί να επιλέξει είτε ένα τετραήμερο ταξίδι με ελικόπτερο είτε ένα ταξίδι επτά ημερών με αναρρίχηση.


Πηγή: perierga.gr

Ένα σοκολατένιο σπίτι που μπορείτε να μείνετε



Το ξύπνημα σε ένα εξοχικό σπίτι που έχει κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από σοκολάτα μπορεί να θυμίζει κάτι από ένα παραμύθι – αλλά τώρα οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το κάνουν πραγματικότητα.

Ένα μικρό σπίτι στη Γαλλία έχει κατασκευαστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου από 1,5 τόνο σοκολάτας και περιμένει να σας φιλοξενήσει.


Το Chocolate Cottage βρίσκεται στους κήπους της Cité de la Céramique στο Sèvres, λίγο έξω από το Παρίσι. Είναι 18 τετραγωνικά μέτρα και είναι αρκετά μεγάλο για να χωρέσει έως και τέσσερις επισκέπτες. Αλλά το καλύτερο όλων, είναι ότι σχεδόν τα πάντα μέσα στο σπίτι είναι βρώσιμα!


Το σοκολατένιο σπίτι έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί από τον Jean-Luc Decluzeau, έναν τεχνίτη που ειδικεύεται σε γλυπτά σοκολάτας.
 
Η σοκολάτα είναι κυρίαρχη σχεδόν σε κάθε εσωτερικό σημείο του σπιτιού, από τους τοίχους, τη στέγη, το τζάκι ακόμα και τα ποτήρια ή τα βιβλία που υπάρχουν. Αλλά και ο πολυέλαιος από σοκολάτα δεν περνά απαρατήρητος. 

Ένας κουβάς υπήρξε η αφορμή για έναν πόλεμο



Oι πόλεμοι ανά τον κόσμο δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν και πόσο μάλλον η μάχη του Ζαππολίνου που προέκυψε εξαιτίας ενός ξύλινου κουβά.

Ο πόλεμος του «Oaken Bucket», όπως είναι ευρέως γνωστός, διεξήχθη το 1325 μεταξύ των αντίπαλων πόλεων-κρατών της Μπολόνια και της Μοντένα στην Ιταλία. 

Ο πόλεμος ξεκίνησε όταν μια ομάδα κατοίκων της Μοντένα βρέθηκε στη Μπολόνια και έκλεψε έναν ξύλινο κουβά από βελανιδιά που χρησιμοποιούνταν για να αντλεί νερό από ένα πηγάδι που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.

Ενώ ο ίδιος ο κουβάς δεν είχε απολύτως καμία ιστορική ή συναισθηματική αξία, η κίνηση αυτή θεωρήθηκε προσβλητική και ότι έβλαψε την υπερηφάνεια των κατοίκων της Μπολόνια, οι οποίοι ταπεινωμένοι, απαίτησαν την επιστροφή του κουβά. Οι κάτοικοι της Μόντενα αρνήθηκαν την επιστροφή του, κι αυτό υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Η Μπολόνια συγκέντρωσε έναν τεράστιο στρατό 30.000 στρατιωτών και 2.000 εφίππων οι οποίοι έφτασαν στο πεδίο της μάχης που βρίσκεται πλησίον της κοινότητας του Ζαπολίνο. Αντίθετα, η Μοντένα συγκέντρωσε μετά βίας 7.000 άνδρες από τους οποίους 2.000 ήταν έφιπποι. Παρά την αριθμητική τους υπεροχή, ο στρατός της Μπολόνια ήταν αυτός που έχασε τη μάχη.

Ο στρατός της Μοντένα κατάφερε ακόμα και να σπάσει τις πύλες της Μπολόνια και να καταστρέψει πολλά κάστρα, αν και θα μπορούσε να καταστρέψει ακόμα και ολόκληρη την πόλη – πράγμα ωστόσο που δεν έπραξε.

Περίπου 2.000 άνδρες έχασαν τη ζωή τους σε αυτή την γελοία αψιμαχία. Βέβαια, αυτός ο πόλεμος αυτός ήταν το αποκορύφωμα μιας μακρόχρονης διαμάχης ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες φατρίες στη βόρεια Ιταλία – τους Γουέλφς και τους Γκίχελλινς, οι οποίοι βρίσκονταν στις αντίθετες πλευρές μιας ακόμα μεγαλύτερης κόντρας μεταξύ του Βατικανού και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για τον έλεγχο της μεσαιωνικής Ευρώπης.


Μετά τον πόλεμο, τα δύο μέρη σύναψαν ειρήνη και η Μοντένα επέστρεψε μερικά πράγματα που είχε προηγουμένως πάρει σαν λεία από τη Μπολόνια ως μια χειρονομία καλής θέλησης, αν και ο ξύλινος κουβάς δεν επεστράφη ποτέ. 

Σήμερα, ένα αντίγραφο του αρχικού κουβά βρίσκεται στο Δημαρχείο της Μόντενα.

Πηγή: perierga.gr

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Η μεγαλύτερη αναρριχώμενη τριανταφυλλιά στον κόσμο



Έχουμε δει πολλά εντυπωσιακά λουλούδια, αλλά αυτή η άγρια αναρριχώμενη τριανταφυλλιά στην Αριζόνα είναι μοναδική στον κόσμο! Πρόκειται για την μεγαλύτερη στο είδος της με τη διάμετρο του κορμού της να φτάνει τα 4 μέτρα, τα κλαδιά της να καλύπτουν μια έκταση 836 τ.μ., ενώ ανθίζει ανελλιπώς κάθε άνοιξη από το 1885.

Η «White Lady Banksia Rose» όπως ονομάζεται έφτασε στο Tombstone της Αριζόνα από την Σκοτία πριν από έναν αιώνα. Το 1884, ένας νεαρός ανθρακωρύχος με το όνομα Henry Gee και η γυναίκα του Mary έφυγαν από την Σκοτία για τις Ηνωμένες Πολιτείες και εγκαταστάθηκαν στην πόλη.

Η νεαρή κοπέλα έγραψε στην οικογένειά της για τη μοναξιά και τη νοσταλγία που αισθανόταν εκεί για τους δικούς της και το σπίτι τους, λαμβάνοντας πίσω ένα δέμα γεμάτο φυτά, βολβούς και μοσχεύματα από τον όμορφο κήπο του πατρικού της που τόσο πολύ της έλειπε. 

Κάπως έτσι ξεκίνησε και η ιστορία της μεγαλύτερης άγριας τριανταφυλλιάς που ευδοκιμεί από τότε στην Αριζόνα και αποτελεί «αξιοθέατο» για τους επισκέπτες.


Το 1920 η άσπρη τριανταφυλλιά μεγάλωσε πολύ και έτσι δημιουργήθηκε ένα σύστημα ξύλινων και μεταλλικών σωλήνων για στήριξη. 

Το 1933, ο John Hix ήταν ο πρώτος που χαρακτήρισε την τριανταφυλλιά ως την μεγαλύτερη στον κόσμο, λαμβάνοντας τελικά και τον επίσημο τίτλο από την Guinness Records.

Η τριανταφυλλιά ανθίζει κάθε χρόνο, για περίπου έξι εβδομάδες, από τον Μάρτιο μέχρι τον Απρίλιο, και έχει μάλιστα και το δικό της Rose Festival, όπου χιλιάδες επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν από κοντά την ομορφιά της. 

Σε πλήρη άνθιση, κάποιος μπορεί εδώ να δει χιλιάδες μικρά λευκά τριαντάφυλλα, η μυρωδιά των οποίων φτάνει αρκετά χιλιόμετρα μακριά.


Το «μυστικό» μετρό του Ουζμπεκιστάν αποκαλύφθηκε



Μετά την άρση της απαγόρευσης φωτογράφησης του μετρό στην Τασκένδη, πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν, ο Amos Chapple, ο φωτογράφος του RFE / RL, βρέθηκε μερικά μέτρα κάτω από τη γη για να αποκαλύψει την ομορφιά και την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του παλαιότερου συστήματος μετρό στην Κεντρική Ασία.

Μέχρι πρότινος κάθε λήψη φωτογραφίας είχε απαγορευτεί, λόγω του εφεδρικού ρόλου του μετρό σαν καταφύγιο πυρηνικής επίθεσης.